Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Άτιτλο

Αγαπημένε μου
Φύτεψες τον καπνό
απ'το τελευταίο σου τσιγάρο
Το πότισες με το δάκρυ σου
Και στάθηκες να το δεις
να γίνεται καρπός της μοναξιάς σου.

Σιώπησα για να ενωθώ μαζί σου
όπως ενώνονται οι λέξεις
με τα κενά ανάμεσά τους.

Οι ανάσες μου έκαιγαν
απ'τα απομεινάρια του καπνού
που έκρυβες στο φιλί σου.

Κι όταν γελούσες
έπαιρνα τον ήχο του γέλιου σου
και φούσκωνα μ'αυτόν
αερόστατα
και τα άφηνα μετά να πετάξουν
να ομορφύνουν τον ουρανό.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Άγρια νιότη

Μυρίζει ο άερας κάρβουνο
Αφουγκράζομαι
Οι τοίχοι ψιθυρίζουν λόγια
Που πονάνε

Οι κόκκινες φωνές ξεμυτίζουν
Και σείεται το χώμα
Δυνατές, υπερήφανες
Σαν αγριολούλουδα που φυτρώνουν
Πάνω στην πέτρα

Οι κρότοι δεν με φοβίζουν
Με φοβίζει η άρνηση
Και η λήθη που θα ξύνει το δάκρυ μου
Και θα το μεγαλώνει

Ελπίδα πάνω στην ελπίδα
Μου χάρισε το γέλιο τους
Τα χνάρια τους μου έδειξαν το δρόμο
Κι όταν με πήρες απ' το χέρι
Ήταν τότε που ο δρόμος έγινε λιγότερο μακρύς

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Το πλεκτό

Τα υγρά μου χείλη
Σμιλεμένα με την άκρη των δαχτύλων σου
Μια ανάσα που έπλεε βασανιστικά
Πάνω στις κόγχες των ματιών μου
Την ίδια ώρα που ζωγράφιζα τη γύμνια μας

Σαν χείμαρρος έλουζα με πάθος
Τα άδεια πτώματα
Κι έπειτα τους έραβα
Ερωτευμένους στην ίδια σάρκα

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Στοχασμοί

Στοχάζεται η Σελήνη
Με ένα ομοιόμορφο παράπονο
Οι σκέψεις της κοχλάζουν
Σε μια χύτρα από ευχές-κατάρες
Αναρριχώμενα θεριά

Οι διαταραχές εκδηλώνονται πάντα τις νύχτες

Ενοχλητικά επίκαιρο
Το άσμα της εποχής που σκότωσα
Τώρα πια οι σκιές μεγαλώνουν
Κι ύστερα αποδημούν για το θάνατο
Λεκιασμένες σελίδες

Έχω ανοιχτά τα παράθυρα
Για να μυρίζω τα γειτονικά όνειρα
Των ταξιδευτών

Χωρίς εκπτώσεις στη ψυχή
Δόθηκα πλήρως στη στερνή επιθυμία του

Έκτοτε τα μόνα δάκρυα που μαζεύω
Είναι της βροχής

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Σιωπηλή σύρραξις

Σ'αρέσει όταν χαράζεις με το δέρμα σου
την όρασή μου;
Παιχνίδι αισθήσεων το βαφτίζεις

Δε θα θεραπευτείς ποτέ
Όσες φορές κι αν κάνεις έρωτα
Όσες φορές κι αν παίξεις με τη φωτιά
Και χάσεις

Τα ψυχοφάγα κελιά της μοναξιάς
Στενεύουν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου
Αδημονούν να εισχωρήσουν στις φλέβες σου
Οι χιλιάδες κραυγές που κρύβονται στους τοίχους

Κουρσεύω τη σκέψη σου
Δίνω ζωή σ'εκείνη την οφθαλμαπάτη
την από καιρό ξεχασμένη
Και ξέρεις πως όταν ανοίξεις τα βλέφαρα
θα πάψω να σιγοτραγουδάω τα βράδια


Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Κυνηγητό

Γέμισε ψυχαναγκασμούς το σώμα μου
Κάτω από μια άρρωστη περιέργεια

Φυτοζωείς
Τα βράδια οι σκιές στην άσφαλτο
Χρωματίζονται με το αίμα σου

Συλλέγω τις ανάσες σου
Σύντομα θα τις έχω όλες

Εραστής του ίδιου του έρωτα
Αδυσώπητο κυνηγητό η απόλαυση
Σαν σε παιχνίδι ειπωμένο

Δάκρυσα το Πάντα
Κι ας μου χάρισες το Τίποτα

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Βιαιοπραγία

Τα βίαια ένστικτά μου
Βρίσκονται σε στύση
Φτύνοντας χαιρέκακα
Τη μεταλλική αντανάκλαση

Μα, η θύμησή σας
Στάζει κάρβουνο, δηλητήριο
Ο σάπιος χαιρετισμός
Βρήκε καταφύγιο στο χώμα

Λιπαρές, αλλεπάλληλες φωνές
Γλιστράνε στα εσώψυχα των φτωχών
Στο καλούπι τώρα τρέχει η σάρκα τους
Αρωματισμένη με το σάλιο του μονόφθαλμου

Σπαράζουν τα κόκκινα λαρύγγια
Μες τη ρωγμή του χρόνου
Φυλακισμένα
Αιματοβαμμένα

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Άτιτλο

Τί απ' όλα ξύπναγε
Το πιο απόκρυφο ένστικτο;

Κατατρεγμένος από την ευπρέπεια
Κατέληξε να γίνει
Σύντροφος με τα σπλάχνα
Του εφιαλτικού ζώου
Που συνάντησε στα σκέλια του

Αναθάρρησε η ανάσα
Όταν έφαγε ολόγιομο το φεγγάρι
 
Δεσπότης ενός πειράματος
λανθασμένου

Ερωτευμένος με τις πληγές
και τα αίματα

Στα χείλη της παραλίας που ξεχάστηκε

Ένας ανώριμος επαναστάτης

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Τα χρώματα γίνονται όλο και πιο γλυκά
Λιγότερο εκθαμβωτικά
Ο καμβάς ψάχνει τα καινούρια πινέλα του
Στο δαιμονικό έρεβο των εποχών
Το σύννεφο κάνει μια ατελή πτώση
Στη δίνη του χρόνου
Μυρίζει φθινόπωρο, μαμά.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Δηλωμένοι φόβοι

Ένιωθα τις φλέβες μου να γίνονται μαύρα φίδια
και να τυλίγονται σε νότες του πενταγράμμου
να σχηματίζουν μια άρια δολοφονίας
τόσο ιδανική, τόσο ελκυστική.

Με ζάλιζαν οι παραμορφώσεις του τρόμου-
άλλοτε ήπιος, άλλοτε σκληρός.
Δεν είχα τίποτα να προσφέρω
όμως εκείνος με κρατούσε κοντά του
πιστή ιέρεια της παράνοιας του εκφοβισμού.

Έτρεχα.
Έτρεχα σαν άνεμος που σηκώνει την άμμο στις παραλίες
σαν τα σύννεφα πριν την καταιγίδα
σαν το αίμα όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε κατάσταση πανικού.

Έτρεχα για να μην με προλάβει η έμπνευση
για να μην γίνω δική της
για να μην νιώσω ποτέ ξανά μόνη.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Άλλος συνθέτει.

Μαθαίνω να ξεχωρίζω τις σιωπές, είπε
Τη μανιοκαταθλιπτική ύπαρξη της πληρωμένης μούσας

Ξεκούμπωσε τα δάχτυλά του ένα-ένα για να μην γράφει
και έπεσε στον γκρεμό

Οι συμφωνείες των Καταραμένων
έστιβαν το μυαλό του
σε οκτάβες παράφωνες

Συνθέτει τώρα τη χροιά μου
σαν ξυπόλητος μουσικός
που έχασε την πραγματικότητα
που μπλέχτηκε στις παραισθήσεις της ηδονής.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Προσωπικά

Αυτή η νύχτα είναι για μένα.
Ναι, για μένα ξώγαμο της Θείας Κοινωνίας,
μεθύστακα γέρο,
βρωμερή πόρνη.
Αυτή τη νύχτα δεν θα πανηγυρίσω με τις κόκκινες αναθυμιάσεις,
δεν θα χορέψω για τις χαμένες ώρες με την Πανσέληνο,
δεν θα κάνω παρέα στη λάμπα με το μοναχικό σπίτι,
δεν θα μαρτυρήσω άλλα δέντρα που φεύγουν για τον ουρανό.
Όχι. Αυτή τη νύχτα θα σιωπήσω.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Λευκή Προσμονή

Τα δέντρα αγκαλιάζουν τις συνήθεις σκέψεις
μέσα στη νύχτα.
Αισθάνομαι την υγρασία πάνω στο ασθενικό κορμί μου
και τυλίγομαι με όσα χέρια αισθάνομαι.
Πολυγλωσσικά βήματα αντηχούν
και η ροή του αίματος ξαφνιάζεται και πήζει.

Τα μάτια που βλέπω με προκαλούν να κάνουμε έρωτα
ενώνοντας τα αλμυρά υγρά των βλεφάρων μας.
Ίσως με τη σύζευξη των νεκρών μας κυττάρων
που αιωρούνται στον αέρα
και πετάνε ψηλά, θαρρείς πως γίνονται άστρα
σε μια παρελθοντική πραγματικότητα
γυμνή, χωρίς δέρμα.

Το άρωμα των λευκών κρίνων που ταξιδεύει δίχως εισιτήριο
περνάει από μπροστά μου και τυφλώνει τα μάτια μου
με παρθένες κορδέλες, ανέγγιχτες, άσπιλες.

Η καλοκαιρινή ραστώνη τριγύρω μυρίζει μπαρούτι
λες και όλα ξαφνικά θα τιναχτούν στον αέρα

Όταν θα συνευρεθώ με τα χείλη σου.

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011


Ένα τέλειο κλειστό τετράγωνο που περιβάλλει την έμπνευση.
Οι φωνές γλιστράνε πάνω στους τοίχους και τα νύχια τους ματώνουν.
Κραυγάζουν τα δάκρυα από ανέκδοτες ελπίδες
Και ο κορσές στενεύει.

Η πνοή τους ξύλινη, τρίζει όταν πεθαίνουν.
Σα νεκρικά φιλιά, αποδυναμωμένα.
Γελάνε σαρκαστικά αυτοί που δε φοβούνται.

Μόνο στο πεζοδρόμιο ακούγονται κάποιες νύχτες
Που ξεμυτίζουν από τις φυλακές της αποσάθρωσης.

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Εκεί ψηλά τί σκέφτεσαι;


Τον κόσμο σας ποτέ δεν συνήθισα.
Ήμουν του ανέμου το φρικιό
Και των χρωμάτων σας τροπάρι.
Μια γκρίζα προσευχή για ένα στερνό φιλί.
Ποιητική αναπνοή που δεν ανέπνευσε ποτέ.
Σαν κατακάθι μοναξιάς, αποξηραμένο.

Του εδάφους κλέφτης έγινα,
προσπαθώντας να σωθώ.
Κι έμαθα να αποχωρίζομαι κάθε πολύτιμο στοιχειό.
Έδωσα σε σχήματα της γέννησης ρυθμό.
Τα ζούσα και τα πόναγα σαν άστρο πρωινό.

Στο δέντρο όμως ψηλά έφτανε χειμώνας.
Και όλα τα φύλλα πέθαιναν αργά βασανισμένα.
Κάθε μου δάκρυ ξέραινε πιότερο τη ψυχή μου.
Μα εγώ δεν έπεφτα.
Ο άνεμος ψιθύριζε και κάλυπτε τη φωνή μου
Και τα φαινόμενα στον ουρανό διαδέχονταν το ένα τ' άλλο.
Φαρμακερή ομορφιά χαιρόμουν στην απόλυτη σιωπή.
Και η ώρα που δεν μπορούσα πλέον να κοιτάξω κάτω
Έφτασε.
Παρέλυσε κάθε νεύρο στο σώμα μου κι αφέθηκα να κοιτάζω μόνο προς τα δυτικά.
Έμεινα μόνο και ξεχασμένο.
Κι όμως με θαύμαζαν πως τα είχα όλα.
Δεν πειράζει. Ως την άνοιξη θα'χω σωθεί.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Σαν φυλακή

Μέλι, ζάχαρη, κανέλα
Ό,τι κι αν είπαμε, τώρα αντηχεί.
Σε βαθυστόχαστους διαδρόμους
Παρέα με τη σκέψη μας χτισμένη σε κελί.

Η απορία έμεινε, τυφλά ερωτηματικά
Να παίζουν με τον άνεμο
Να μην γυρνούν ξανά.

Αλατοπίπερο θα έριχνα
Να φτιάξω ορισμό.
Πικρό, γλυκό κι ανάλατο
Χωρίς μια στάλα ουρανό.

Η προσμονή αφέθηκε, πουλί δίχως φτερά
Χαμένη μες τα κύματα
Θλιμμένη μητριά.

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Αποχαιρετισμός

Καυτό παράπονο θα ρέει
Και του παιδιού το δάκρυ θα πέφτει στο κενό
Όσα χαμόγελα και να μπορούσε να φορέσει
Πιστός θαμμώνας στου λυγμού του το βυθό.

Από το μίσος, όνειρο
Κι από αγάπη, πόνο
Τί κι αν στο πέρασμά του θα σταθείς
Ύστερα θα τον αφήσεις μόνο.

Από τον ουρανό κυνηγημένος
Κι από το χώμα, η ντροπή
Βαθιά πληγή που έμεινε
Σε μια Αυγουστιάτικη γιορτή.

Και να! Το μοιρολόγι έπαψε
Και στο χωριό μια βροντερή σιγή
Όταν οι φήμες εξαπλώθηκαν
Το γέλιο του σταμάτησε να ηχεί.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Γιορτή

Ο ταραγμένος καιρός μπολιάζει το σκηνικό με μια δραματικότητα...
Απόκοσμες σκιές μιας θρησκευτικής τελετής
που απ' τον Αχέρωντα σκορπάνε
θανάτου μοιρολόγια.
Και τα πρόσωπα- ώ τα πρόσωπα!-
κέρινες ατέλειες της Δημιουργίας
θα σιγοτραγουδάνε τα τροπάρια.
Πόση στοργή χωρά σ' ένα φιλί
και ένα χαμόγελο.
Πόσο πάθος χωρά στη φλόγα του κεριού.
Και στην αγκαλιά της μαυροφορεμένης,
γαλήνη.
Συναντήθηκαν οι ψυχές στον ψαλμό της νύχτας
και οδεύουν προς τη θάλασσα.
Το κύμα να καλπάσουν
και να φτάσουν ως τη σκέψη ενός ναυτικού.

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Χαραυγή και Ηλιοβασίλεμα

Στη χαραυγή εχάραξα τ’ όνομά της
Στο δειλινό έσιαξα το δικό του
Σαν δυο ζωές παράλληλες πάντα απομακρυσμένες.
Το βλέμμα του σπαράζει στο ηλιοβασίλεμα
Και τα χείλη της στερεύουν την αυγή.
Κι ο Νάρκισσος εκεί δα αναρωτιέται
Πώς του’ κλεψε τόση ομορφιά απ’ τη ζωή.
Νερό κι αρμύρα, δάκρυα
Ο ουρανός πάλι στη θάλασσα κινάει
Ν’ αφήσει τους ερωτευμένους κατά γης
Κι εκείνος πάλι να μονολογάει.
Πού χάθηκαν τόσα χρώματα από τη φορεσιά μου
Πώς έμειναν μόνο γκρι και μαύρα;
Και το μικρό του στερνοπούλι του απάντησε:
Ανέστησε τον έρωτα για να σου χαρίσει κι άλλα…

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Τί είμαι εγώ;

Τί είμαι εγώ;
Ένα ποίημα.
Είμαι σκέψεις, είμαι όνειρα.
Σα με διαβάζεις πρώτη φορά
Τίποτα δεν καταλαβαίνεις
Ερωτηματικά διαγράφονται στις κόρες των ματιών σου.
Σα με ξαναδιαβάζεις
Ο ιδρώτας αρχίζει να γίνεται ενοχλητικός πάνω στο γυμνό κορμί σου
Και τα λόγια μου ωμά, εισχωρούν στις πληγές σου.
Ύστερα από λίγο θα με σκίσεις.
Γιατί έμαθα να λέω μόνο αλήθειες.

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Ο ποδηλάτης

Την ώρα του δειλινού ένας ποδηλάτης
περνάει από κάθε νου, συλλέγει όνειρα
και φτιάχνει μια ιστορία.
Είναι καλός θεατρίνος ο ποδηλάτης
και του αρέσει να ενσαρκώνει ήχους και στιγμές.
Φύλαξε μια όμορφη σκέψη να πάρει μαζί του
Γιατί ο δρόμος του είναι μακρύς...
Φύλαξε ένα γλυκό όνειρο για κείνον
Γιατή η μοναξιά του είναι πικρή...
Ίσως ακούσεις γι'αυτήν από το μελαγχολικό ακορντεόν
που συντροφεύει κάθε πέρασμά του.
Θα μιλάει σίγουρα και για τους κόσμους που επισκεύτηκε,
για τα λόγια που άκουσε, για τα πρόσωπα που γνώρισε.
Κι όμως αν ρωτήσεις, κανένας δεν τον ξέρει.
Περνάει πάντα σαν την πρωινή αύρα
που χαιδεύει τα φύλλα των δέντρων, ανάλαφρος...
Παίρνει συνήθως μαζί του τους εφιάλτες
και τις σκονισμένες σκέψεις.
Ρωτάς γιατί;
Βλέπεις, του αρέσει να βάζει στην ιστορία του
ένα δικό του τέλος, χαρούμενο, λυτρωτικό.
Εκείνο που δεν έζησε ποτέ σαν ποδηλάτης.
Το ζει όμως ο κάθε χαρακτήρας του...
Χάρισέ του καμια φορά μια γλυκιά αρχή να υποδυθεί.
Ίσως χαμογελάσει.
Ίσως εκείνο το δειλινό το ακορντεόν
να μην είναι τόσο θλιμμένο...
Δάκρυσες;
Μια ιστορία είναι κι αυτή.
Μπορείς να της φτιάξεις το δικό σου τέλος.